ΕΛΑΣΤΙΚΟΣ ΟΡΟΣ ΓΙΑ ΚΑΘΕ ΧΡΗΣΗ: Υπάρχουν νεοπαγείς όροι του συρμού οι οποίοι
βρίσκονται καθημερινά στο επίκεντρο της ατζέντας του κομματο-πολιτικού και του οικονομικού
λόγου όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε ολόκληρη την ΕΕ. Η Ανταγωνιστικότητα
είναι ένας τέτοιος όρος. Η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτικών και των πολιτών
διαθέτουν ελλειμματική και αποσπασματική, μονοδιάστατη και γραμμική ή στενή
εμπειρική γνώση του θέματος. Ενίοτε παραποιημένη από ιδιοτέλεια, διαστρεβλωμένη
από αμάθεια, αλλοιωμένη από ιδεολογικοπολική μυωπία και διαβρωμένη από
φιλοσοφικοπολιτική δογματικότητα και ιδεοληψία. Το έλλειμμα της ολοκληρωμένης γνώσης
καθιστά την Ανταγωνιστικότητα θύμα των επιτηδείων «ένθεν κακείθεν».
ΜΕΤΡΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ: Πραγματοποιούν Διεθνείς Οργανισμοί σε επίπεδο
συγκριτικής αξιολόγησης μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κ.λπ.
Κάθε χρόνο εκδίδονται οι σχετικές Εμπειρογνωμοσύνες και οι Εκθέσεις
Ανταγωνιστικότητας. Οι πιο δημοφιλείς ετήσιες εκθέσεις είναι του Διεθνούς
Ινστιτούτου Ανάπτυξης και Μάνατζμεντ (Institute for Management Development,
IMD), της Παγκόσμιας Τράπεζας, του Διεθνούς Νομισματικού
Ταμείου, του WEF (World Economic
Forum), κ.λπ.
ΕΛΛΑΔΑ: «ΕΚΕΙ, ΕΚΕΙ,ΕΚΕΙ … ΣΤΗ Δ΄ ΕΘΝΙΚΗ»:
Η Ελλάδα, ήταν, συνεχίζει να είναι
και κανείς δε ξέρει αν θα είναι στο μέλλον «ουραγός και μετεξεταστέα» στην Ανταγωνιστικότητα.
Όπως άλλωστε συμβαίνει σχεδόν σε όλους τους δείκτες μέτρησης των επιδόσεων επί
πολλών ζητημάτων. Αντίθετα, η χώρα είναι πρωταθλήτρια σε ζητήματα όπως:
Διαφθορά, Γραφειοκρατία, Αναξιοκρατία, Κακοδιοίκηση, Παραοικονομία, Μαύρη
Εργασία, Εισφοροδιαφυγή, Φοροδιαφυγή, Διαρθρωτικές Αδυναμίες, κ.λπ.
ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΜΕΤΡΗΣΕΙΣ: 1. Στη συγκριτική αξιολόγηση της Ελληνικής
Ανταγωνιστικότητας 2012 – 2013 μεταξύ 144 κρατών η οποία δόθηκε πρόσφατα στη δημοσιότητα στο πλαίσιο των καθιερωμένων ετησίων Εκθέσεων της Παγκόσμιας Ανταγωνιστικότητας που καταρτίζει το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ (WEF), η Ελλάδα υποχώρησε κατά έξι θέσεις στην παγκόσμια λίστα και έπεσε από την 90η της περιόδου 2011 – 2012 στην 96η της περιόδου 2012-2013. Συνεχιζόμενη πτώση από τη θέση 83 της περιόδου 2010-2011 και τη θέση 71 της περιόδου 2009-2010. Συνολικά απώλεια 25 θέσεων σε τέσσερα χρόνια ή 35%. Μας ξεπερνούν χώρες όπως: Σερβία, Μογγολία, Ναμίμπια, Γουατεμάλα, FYROM, Κροατία, Μποτσουάνα, Ουρουγουάη, Μαρόκο, Κολομβία, Σρι Λάνκα, Ιράν, Φιλιππίνες, Ρουάντα, Καζακστάν, Αζερμπαϊτζάν, Τουρκία, Μπαχρέϊν, κ.λπ. Είμαστε η λιγότερο ανταγωνιστική χώρα στην ΕΕ των 27 2. Από πρόσφατη Έκθεση του IMD, η Ελλάδα «σκαρφάλωσε» στην 54η θέση το 2013 από την προτελευταία 58η θέση το 2012 σε σύνολο 60 χωρών. Ξεπερνά οριακά 5 κράτη: Ρουμανία (55), Ιορδανία (56), Βουλγαρία (57), Κροατία (58), Αργεντινή (59) και Βενεζουέλα (60). Με βάση την Έκθεση του IMD σχετικά με τους 4 κύριους ομαδοποιημένους παράγοντες που συνθέτουν την Συνολική Ανταγωνιστικότητα, η Ελλάδα είχε τις ακόλουθες επιδόσεις: I. στον τομέα της «Οικονομικής Αποδοτικότητας», η χώρα απώλεσε για το 2013 μια θέση και από την 58η θέση του 2013 βρίσκεται πλέον στην 59η, δηλαδή είναι προτελευταία στην παγκόσμια κατάταξη. Πρόκειται για τη χειρότερη θέση που κατείχε η Ελλάδα στον τομέα της «οικονομικής αποδοτικότητας» από το 1999 II. στον τομέα της «Κυβερνητικής Αποτελεσματικότητας», η Ελλάδα βελτίωσε τη θέση της κατά 2 θέσεις και από την 58η το 2012, βρίσκεται πλέον στην 56η, δηλαδή στην τελευταία πεντάδα. III. στον τομέα της «Επιχειρηματικής Αποτελεσματικότητας», η θέση της χώρας βελτιώθηκε κατά 9 θέσεις και από την 56η το 2012 βρίσκεται στην 47η για το 2013 IV. στον τομέα των «Υποδομών», η κατάταξη της Ελλάδας επιδεινώθηκε κατά 1 θέση, καταλαμβάνοντας για το 2013 την 35η θέση από την 34η που κατείχε το 2012 V. οι τρεις πιο ανταγωνιστικές χώρες παγκοσμίως είναι κατά σειρά κατάταξης: ΗΠΑ (1η ), Ελβετία (2η) και το Χονγκ - Κονγκ στην 3η θέση VI. Οι πλέον ανταγωνιστικές οικονομίες της ΕΕ, είναι κατά σειρά: η Σουηδία (4η θέση), η Νορβηγία (6η θέση) και η Γερμανία (9η θέση), οι οποίες έχουν ως βασικά ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα τις εξαγωγές βιομηχανικών προϊόντων και τη δημοσιονομική πειθαρχία.
Ανταγωνιστικότητας 2012 – 2013 μεταξύ 144 κρατών η οποία δόθηκε πρόσφατα στη δημοσιότητα στο πλαίσιο των καθιερωμένων ετησίων Εκθέσεων της Παγκόσμιας Ανταγωνιστικότητας που καταρτίζει το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ (WEF), η Ελλάδα υποχώρησε κατά έξι θέσεις στην παγκόσμια λίστα και έπεσε από την 90η της περιόδου 2011 – 2012 στην 96η της περιόδου 2012-2013. Συνεχιζόμενη πτώση από τη θέση 83 της περιόδου 2010-2011 και τη θέση 71 της περιόδου 2009-2010. Συνολικά απώλεια 25 θέσεων σε τέσσερα χρόνια ή 35%. Μας ξεπερνούν χώρες όπως: Σερβία, Μογγολία, Ναμίμπια, Γουατεμάλα, FYROM, Κροατία, Μποτσουάνα, Ουρουγουάη, Μαρόκο, Κολομβία, Σρι Λάνκα, Ιράν, Φιλιππίνες, Ρουάντα, Καζακστάν, Αζερμπαϊτζάν, Τουρκία, Μπαχρέϊν, κ.λπ. Είμαστε η λιγότερο ανταγωνιστική χώρα στην ΕΕ των 27 2. Από πρόσφατη Έκθεση του IMD, η Ελλάδα «σκαρφάλωσε» στην 54η θέση το 2013 από την προτελευταία 58η θέση το 2012 σε σύνολο 60 χωρών. Ξεπερνά οριακά 5 κράτη: Ρουμανία (55), Ιορδανία (56), Βουλγαρία (57), Κροατία (58), Αργεντινή (59) και Βενεζουέλα (60). Με βάση την Έκθεση του IMD σχετικά με τους 4 κύριους ομαδοποιημένους παράγοντες που συνθέτουν την Συνολική Ανταγωνιστικότητα, η Ελλάδα είχε τις ακόλουθες επιδόσεις: I. στον τομέα της «Οικονομικής Αποδοτικότητας», η χώρα απώλεσε για το 2013 μια θέση και από την 58η θέση του 2013 βρίσκεται πλέον στην 59η, δηλαδή είναι προτελευταία στην παγκόσμια κατάταξη. Πρόκειται για τη χειρότερη θέση που κατείχε η Ελλάδα στον τομέα της «οικονομικής αποδοτικότητας» από το 1999 II. στον τομέα της «Κυβερνητικής Αποτελεσματικότητας», η Ελλάδα βελτίωσε τη θέση της κατά 2 θέσεις και από την 58η το 2012, βρίσκεται πλέον στην 56η, δηλαδή στην τελευταία πεντάδα. III. στον τομέα της «Επιχειρηματικής Αποτελεσματικότητας», η θέση της χώρας βελτιώθηκε κατά 9 θέσεις και από την 56η το 2012 βρίσκεται στην 47η για το 2013 IV. στον τομέα των «Υποδομών», η κατάταξη της Ελλάδας επιδεινώθηκε κατά 1 θέση, καταλαμβάνοντας για το 2013 την 35η θέση από την 34η που κατείχε το 2012 V. οι τρεις πιο ανταγωνιστικές χώρες παγκοσμίως είναι κατά σειρά κατάταξης: ΗΠΑ (1η ), Ελβετία (2η) και το Χονγκ - Κονγκ στην 3η θέση VI. Οι πλέον ανταγωνιστικές οικονομίες της ΕΕ, είναι κατά σειρά: η Σουηδία (4η θέση), η Νορβηγία (6η θέση) και η Γερμανία (9η θέση), οι οποίες έχουν ως βασικά ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα τις εξαγωγές βιομηχανικών προϊόντων και τη δημοσιονομική πειθαρχία.
Η ΣΥΝΕΧΗΣ ΑΠΟΤΥΧΙΑ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ
ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ (ΥΠΑΝ) ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ: Από το
ΥΠΑΝ έχει διαχρονικά περάσει πολυάριθμο πολιτικό προσωπικό και μεγάλος αριθμός διορισμένων
τεχνοκρατών όλων των πολιτικών αποχρώσεων. Είναι το αρμόδιο Υπουργείο για τα
θέματα της Ανταγωνιστικότητας, της Εξωστρέφειας, της
Έρευνας-Τεχνολογίας-Καινοτομίας, της Επιχειρηματικότητας, του Αναπτυξιακού
Νόμου, της Περιφερειακής Ανάπτυξης, κ.λπ. Έχει διαχειριστεί το Γ΄ΚΠΣ
(2000-2006) και πιο ειδικά το ΕΠΑΝ (Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Ανταγωνιστικότητα)
καθώς επίσης το ΕΣΠΑ 2007-2013 και πιο ειδικά το ΕΠΑΕ (Επιχειρησιακό Πρόγραμμα
Ανταγωνιστικότητα Επιχειρηματικότητα). Έχει δαπανήσει απύθμενους πόρους σε
Αναθέσεις Μελετών, Ερευνών, Εμπειρογνωμοσυνών και Δημοσιότητας. Η αιμορραγία
των πόρων επιδεινώθηκε (μελέτες, στελέχωση, λειτουργικό και επιχειρησιακό
κόστος) με τη δημιουργία θυγατρικών δομών και δορυφορικών φορέων που υποτίθεται
ότι θα συνέβαλαν στην ενίσχυση της Ανταγωνιστικότητας (ΚΥΕ, ΚΕΤΑ, ΤΕΜΠΕ-τώρα
ΕΤΕΑΝ-, ΕΛΚΕ – τώρα Invest in Greece-,κ.λπ.).
Μεταξύ αυτών, δημιούργησε το 2003 το Εθνικό Συμβούλιο Ανταγωνιστικότητας και
Ανάπτυξης (ΕΣΑΑ). Στο ΕΣΑΑ έχουν γίνει πολυάριθμες μελέτες, έρευνες και
εμπειρογνωμοσύνες. Έχουν εξαχθεί συμπεράσματα για την Εθνική και την
Περιφερειακή Ανταγωνιστικότητα. Κανένας μέχρι σήμερα δεν έλαβε υπόψη τα
πορίσματα του ΕΣΑΑ (αν τα μελέτησε, βέβαια!).
ΤΟ ΕΛΛΕΙΜΜΑ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΕ: Στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της
Λισσαβόνας (Μάρτιος 2000), θεσπίστηκε η «Στρατηγική της Λισσαβόνας»
στην οποία το 2001 προστέθηκε ο πυλώνας του περιβάλλοντος (Συμβούλιο
Γκέτεμποργκ) και η οποία αναθεωρήθηκε το 2005 και το 2008. Είχε ως σκοπό να
καταστεί η ΕΕ η πιο ανταγωνιστική οικονομία στον κόσμο και να επιτευχθεί ο
στόχος της πλήρους απασχόλησης. Η στρατηγική δυστυχώς, απέτυχε παταγωδώς. Μια
δεύτερη αποτυχία αφορά στην Ευρωζώνη. Πρόκειται για την αποτυχία του Συμφώνου
για το Ευρώ+ (ή Σύμφωνο για την τόνωση της Ανταγωνιστικότητα της Ευρωζώνης) που
συμφωνήθηκε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο το οποίο έγινε στις 24/25 Μαρτίου του 2011.
ΤΑ ΒΑΣΙΚΟΤΕΡΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΕΝΝΟΙΑΣ ΤΗΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ:
1.
Η ανταγωνιστικότητα είναι αντικείμενο της Πολιτικής Οικονομίας της Ανάπτυξης
(ως σύνθεση της μακροοικονομίας με την μικροοικονομία και την Περιφερειακή
Πολιτική).
2.
Αναφέρεται σε επίπεδο μεμονωμένης επιχείρησης, τομέα ή κλάδου της οικονομίας
καθώς και σε επίπεδο χωρικής οικονομίας: υπερεθνική (λ.χ ΕΕ27/28), εθνική και
υποεθνική (περιφερειακή, τοπική).
3.
Η ανταγωνιστικότητα είναι έννοια πολυπαραμετρική (σύνθετη συνάρτηση πολυαρίθμων
συμμεταβλητών). Προσεγγίζεται στοχαστικά από πολλές γωνίες θέασης δημιουργώντας
δείκτες μέτρησης της ανταγωνιστικότητας κατά εξεταζόμενη παράμετρο. Η σύνθεση
όλων των επιμέρους δεικτών δημιουργεί το Δείκτη Ολικής Ανταγωνιστικότητας.
4.
Η έννοια διακρίνεται σε Διεθνή Ανταγωνιστικότητα και σε Ανταγωνιστικότητα
Εισαγωγών. Η πρώτη αφορά στην ικανότητα των επιχειρήσεων να παράγουν και να
διαθέτουν προϊόντα (αγαθά και υπηρεσίες) στη διεθνή αγορά (τομέας διεθνώς
εμπορεύσιμων αγαθών). Η δεύτερη αναφέρεται στην ικανότητα να παράγονται εγχώρια
προϊόντα (μη διεθνώς εμπορεύσιμα) που μπορούν να υποκαταστήσουν τα εισαγόμενα
στην εθνική αγορά. Για να είναι μια χώρα διεθνώς ανταγωνιστική θα πρέπει ο
τομέας των διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών να καταλαμβάνει το 35%-40% του ΑΕΠ (από
το 19%-20% που είναι σήμερα).
5.
Η ανταγωνιστικότητα μιας επιχείρησης επηρεάζεται από το εσωτερικό και το
εξωτερικό της περιβάλλον.
6.
Ενδο-επιχειρησιακά η ανταγωνιστικότητα εξαρτάται από το επίπεδο ανάπτυξης της
επιχειρηματικότητας και την ποιότητα του επιστημονικού μάνατζμεντ της
επιχείρησης. Δηλαδή, από όλους τους παράγοντες που συγκροτούν την ποιοτικά
υψηλή παραγωγική βάση της επιχείρησης και το «ευ επιχειρείν».
7.
Εξωγενώς η ανταγωνιστικότητα εξαρτάται από τις επιδράσεις παραγόντων που
αφορούν στο φυσικό, πολιτικό, θεσμικό και οικονομικό περιβάλλον της χωρικής
ενότητας στην οποία λειτουργεί και διαθέτει τα προϊόντα της η επιχείρηση. Για
παράδειγμα: επίδραση του θεσμικού
πλαισίου, του δημόσιου μάνατζμεντ, της δημοσιονομικής πολιτικής, των κρατικών
και ευρωπαϊκών ενισχύσεων, της νομοθεσίας, των υποδομών, του τραπεζικού
συστήματος, της αντίληψης της κοινωνίας για τους επιχειρηματίες και την
επιχειρηματικότητα, της θέσης της χώρας στο διεθνή καταμερισμό, των ξένων
άμεσων επενδύσεων, του βαθμού ανοίγματος και της ελευθερίας της αγοράς, του
μεγέθους της διαφθοράς, των πελατειακών σχέσεων και της διαπλοκής, της
γραφειοκρατίας, των στρεβλώσεων της αγοράς από τον αθέμιτο ανταγωνισμό και την
παραοικονομία, του μεγέθους του οικονομικού εγκλήματος και της μαύρης εργασίας,
την κατάσταση της αγοράς εργασίας, την ποιότητα του εκπαιδευτικού συστήματος,
την ορθή λειτουργία των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, κ.λπ.
8.
Η ανταγωνιστικότητα σε σχέση με τη μισθολογική δαπάνη δεν αποτιμάται κατά τον
ίδιο τρόπο για όλες τις επιχειρήσεις που μπορεί να είναι «εντάσεως εργασίας» ή
«εντάσεως κεφαλαίου». Γενικά ο παράγων μισθολογική δαπάνη είναι 17ος από άποψη
σπουδαιότητας σύμφωνα με τις μελέτες. Ας διορθώσουμε πρώτα τις 16 άλλες
παραμέτρους και μετά συζητάμε για τους μισθούς!
9.
Δεν ισχύουν τα ίδια κριτήρια ανταγωνιστικότητας για όλους τους τομείς
δραστηριότητας των επιχειρήσεων. Άλλα είναι για τους τομείς όπου
δραστηριοποιούνται οι επιχειρήσεις του χαμηλού τεχνολογικού και ποιοτικού τόξου
και άλλα για τις επιχειρήσεις στο υψηλό τόξο των συνήθως ακριβών προϊόντων.
Άλλο είναι το πεδίο ανταγωνιστικών προϊόντων της Γερμανίας και άλλο του Μπαγκλαντές.
10.
Η ανταγωνιστικότητα είναι διαλεκτικά συνδεδεμένη με την Έρευνα, την Τεχνολογία και την
Καινοτομία. Ένα αλληλοκαθοριζόμενο τρίπολο που συνιστά την πρωταγωνιστική συνιστώσα της
ανταγωνιστικότητας.
11.
Η ανταγωνιστικότητα μιας χώρας μέλους της ΕΕ εξαρτάται και από τα δρώμενα σε
ολόκληρη την ευρωπαϊκή κοινότητα. Κακή λειτουργία του ευρωπαϊκού οικοδομήματος
και ιδιαίτερα της ευρωζώνης και των τραπεζών, σημαίνει ενδοκοινοτικές
διαφοροποιήσεις και χάσματα ανταγωνιστικότητας, πόλωση και δυϊσμό μεταξύ των
ισχυρών και των αδυνάτων χωρών της ΕΕ (ακόμη και αυτών που τελούν υπό εσωτερική
υποτίμηση του ευρώ). Παράδειγμα: οι επιχειρήσεις στην Ελλάδα δανείζονται (αν
βρεθούν υγιείς τράπεζες που να μπορούν να δανείσουν) υπό απαράδεκτους όρους και
με «τοκογλυφικά» επιτόκια που είναι περισσότερο από 5 φορές μεγαλύτερα από τα
αντίστοιχα επιτόκια με τα οποία δανείζουν οι Γερμανικές τράπεζες τους Γερμανούς
επιχειρηματίες!
12. Αύξηση του δείκτη της παγκόσμιας
ανταγωνιστικότητας της χώρας κατά 1% ισοδυναμεί με 3,2% αύξηση του ΑΕΠ.
Κωνσταντίνος Γαλιώτος
Πολ.Μηχ. Ε.Μ.Π., M.Sc. Περιφερειακή
Πολιτική U.K.




